Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά επαγγέλματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά επαγγέλματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ο Γυρολόγος (πραματευτής)

  Οι άνθρωποι που ζούσαν τα παλιά χρόνια στην ύπαιθρο, δεν είχαν τη δυνατότητα να μετακινηθούν εύκολα από τόπο σε τόπο. Λίγοι διέθεταν κάποιο μεταφορικό μέσο για την εξυπηρέτησή τους. Δεν υπήρχαν ούτε κατάλληλοι δρόμοι, αλλά ούτε και συγκοινωνιακά μέσα. Έτσι, η μετακίνησή τους γινόταν με κάρο ή ζώο, αν φυσικά διέθεταν. Σπάνια θα πήγαιναν και στο παζάρι, αφού κι ο χρόνος που τους απέμενε από τις πολλές δουλειές ήταν ελάχιστος. 
  Η εξυπηρέτησή τους σε ρουχισμό και άλλα παρόμοια γίνονταν από γυρολόγους, πλανόδιους έμπορους δηλαδή, που γύριζαν όλα τα χωριά. Οι γυρολόγοι ξεκινούσαν απ' τα χαράματα με το κάρο τους φορτωμένο με ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς: πουκάμισα, μπλούζες, εσώρουχα, πετσέτες, κάλτσες, κλωστές, κουμπιά, βελόνες, σούστες, καρφίτσες, παραμάνες, κόπιτσες, καρούλια, λάστιχο, κουβαρίστρες, μασουρίστρες, τσατσάρες, χτένια για τις ψείρες, χρώματα για να βάφουν οι νοικοκυρές τα νήματα, υφάσματα, και κυρίως κάμποτο με τον πήχη(χοντρό βαμβακερό ύφασμα που το μέτραγε χρησιμοποιώντας σαν μονάδα μήκους την απόσταση από τον αγκώνα ως το άκρο του χεριού), και πολλά ακόμη. Όλα με τάξη και σειρά βαλμένα μέσα σε χάρτινα κουτιά. Για να χωράνε όλα αυτά, μεγάλωναν σε ύψος την καρότσα του κάρου, προσθέτοντας σανίδες, και τη σκέπαζαν με καραβόπανο. 
  Όταν υπήρχε σε καμιά κωμόπολη ή σε κάποιο κεφαλοχώρι παζάρι, τα πρωινά πήγαιναν εκεί κι έστηναν τον πάγκο τους. Έπειτα έπαιρναν γύρα τα χωριά, με κρύο ή με ζέστη, σε δρόμους λασπωμένους και αδιάβατους. Και όταν γύριζαν αργά το βράδυ σπίτι τους, ήταν πτώμα από την κούραση.
  Η πληρωμή τους γινόταν συνήθως σε είδος. Πού να βρουν χρήματα οι άνθρωποι!Τους έδιναν σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια κ.ά. Έστηνε ο γυρολόγος το κοντάρι και ζύγιζε. Τα έβαζε έπειτα σε τσουβάλια, το κάθε είδος χωριστά και τα πουλούσε. Κι αν ήταν περίοδος που δεν είχαν και γεννήματα, τότε έβγαζε το τεφτέρι του κι έγραφε τα βερεσέδια (χρωστούμενα) . 
  Σήμερα, θα συναντήσουμε σε χωριά πλανόδιους έμπορους να πουλούν τα ίδια πράγματα. Μόνο που αντί για κάρο χρησιμοποιούν σύγχρονα μέσα μεταφοράς. 

Πηγή: ''Παραδοσιακά επαγγέλματα, ταξίδι στο χτες'', Μαλλιάρης παιδεία

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Ο Κανατάς

  Ο κανατάς, που τραγουδήθηκε όσο κανείς άλλος στο πρόσωπο του μπάρμπα - Γιάννη, ήταν μια όμορφη εικόνα, μιας εποχής, που έφυγε πια. Έμοιαζε με κινητό κατάστημα, έτσι καθώς ήταν φορτωμένος με τα πήλινα σταμνιά. 

  Η κανάτα ήταν πολύτιμο και απαραίτητο είδος για τα παλιά χρόνια. Εκεί φύλαγαν οι άνθρωποι το νερό για να διατηρείται δροσερό, αφού δεν υπήρχαν τα ψυγεία. Αλλά ούτε και βρύσες υπήρχαν στα σπίτια και αναγκάζονταν ο κόσμος να προμηθεύεται το νερό από κάποια βρύση της γειτονιάς. Απόθεταν οι νοικοκυρές τη γεμάτη με το πολύτιμο υγρό κανάτα σε μια γωνιά της κουζίνας και έβαζαν από πάνω για σκέπασμα το μαστραπά ή αμπελόφυλλα τυλιγμένα σε καρούλι. Το νερό που υπήρχε μέσα διατηρούνταν δροσερό, επειδή η κανάτα, όπως και όλα τα πήλινα είδη, έχει αδιόρατους πόρους που αφήνει το νερό να περάσει έξω και, καθώς εξατμίζεται, παράγεται ψύχος. Για να διατηρηθεί το νερό ακόμη πιο δροσερό, έβρεχαν απ' έξω την κανάτα. 

  Για την κατασκευή της χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα, που το κοσκίνιζαν προηγουμένως, για να φύγει η άμμος και τα άλλα άχρηστα υλικά. Το καθαρό χώμα που έμενε το έκαναν πηλό και το έπλαθαν δίνοντάς του διάφορα σχήματα. Έφτιαχναν με αυτό κανάτες (στάμνες), λαγήνια, τσουκάλια, κιούπια, γλάστρες, πιθάρια, πιάτα κ.ά. Προτού στεγνώσουν, τα έβαζαν σε ισχυρή φωτιά, για να χάσουν όλο το νερό τους. Αυτή τη δουλειά την έκαναν, βέβαια, άλλοι τεχνίτες, που είχαν και τα κατάλληλα μηχανήματα, αλλά και κάποιοι κανατάδες. 

  Έπειτα, φόρτωναν τα κανάτια, δένοντας το ένα με το άλλο με σχοινί, ή τα τοποθετούσαν σε κοφίνια που τα φόρτωναν στο ζώο τους και γύριζαν τις γειτονιές και τα χωριά διαλαλώντας την πραμάτεια τους. 

 


Σήμερα δε χρησιμοποιούν πλέον  οι άνθρωποι τις στάμνες. Υπάρχουν, βέβαια, αλλά έχασαν την πρακτική τους αξία. Έγιναν είδος Λαϊκής Τέχνης με διακοσμητικό ρόλο. 


Πηγή: "Παραδοσιακά επαγγέλματα, ταξίδι στο χτες", Μαλλιάρης Παιδεία 



Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Ο Γιαουρτζής

  Λίγο πριν το σούρουπο οι μαχαλάδες γέμιζαν από τις γνώριμες φωνές του πλανόδιου γιαουρτζή. Ενός γραφικού τύπου που γύριζε τις γειτονιές φωνάζοντας: "Γιαουρτζηηηής! Συλιριανό γιαούρτι πρόβειοοοοοοοο!". 

  Τον συναντούσαμε συνήθως τ' απογεύματα, έχοντας περασμένο στους όμως του ένα οριζόντιο κοντάρι, λίγο κυρτό, στις άκρες του οποίου κρέμονταν από σχοινιά δύο μεγάλες πήλινες ή λαμαρινένιες πιατέλες γεμάτες γιαούρτι. Αργότερα οι πιατέλες αυτές αντικαταστάθηκαν από τσανάκια της μισής οκάς, που διευκόλυναν και τον γιαουρτζή και τις νοικοκυρές. Τα τσανάκια αυτά τα επέστρεφαν οι νοικοκυρές, για να ξαναχρησιμοποιηθούν πάλι απ' τον γιαουρτζή, αφού προηγουμένως πλυθούν με μπόλικο ζεστό νερό. 

  Το γιαούρτι ετοίμαζε ο ίδιος ο γιαουρτζής. Έβραζε σε μεγάλα καζάνια το γάλα και το παρακολουθούσε ανακατεύοντάς το με μια ξύλινη κουτάλα. Δε χρησιμοποιούσε καθόλου συντηρητικά παρά μόνο μαγιά. Αφού έβραζε το γιαούρτι, το άφηνε να κρυώσει. Ύστερα αράδιαζε πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο τις μεγάλες πιατέλες και τα τα τσανάκια της μισής οκάς, τα γέμιζε και τα άφηνε να σφίξει το γιαούρτι. Έπειτα τα φόρτωνε και αλώνιζε τις γειτονιές μέχρι να τα πουλήσει. Οι φωνές του έφταναν παντού. Άκουγαν οι κυράδες κι έβγαιναν με το πιάτο στο χέρι. Έκοβε με μια ξύλινη κουτάλα ο γιαουρτζής το κομμάτι που ήθελε η νοικοκυρά, το έβαζε στο πιάτο της και το ζύγιζε στη ζυγαριά που κουβαλούσε μαζί του, αφαιρώντας το βάρος του πιάτου. Αργότερα, όπως είπαμε, αγόραζαν το γιαούρτι μέσα σε πήλινα κεσεδάκια. Αν δεν είχε να πληρώσει η νοικοκυρά, σημείωνε στο τεφτέρι του, όπου έγραφε όλα τα βερεσέδια

  Κάποιοι γιαουρτζήδες, εκτός από γιαούρτι, έφτιαχναν και ρυζόγαλο μέσα στα κεσεδάκια. Το ήξεραν αυτό οι νοικοκυρές και το ζητούσαν γιατί ήταν ιδιαίτερα νόστιμο. 
  Οι περισσότεροι γιαουρτζήδες ήταν πρόσφυγες κι έφεραν την τέχνη από την πατρίδα τους.

  
Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Γιαούρτι, φυσικά, υπάρχει. Όπως υπήρχε και στην αρχαιότητα, που ήταν γνωστό ως "υγείαρτος". Πλέον, πωλείται σε όλα τα ψυγεία της γειτονιάς. 

Πηγή: ''Παραδοσιακά επαγγέλματα, ταξίδι στο χτες'', Μαλλιάρης παιδεία

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Ο Γαλατάς

  Ταξιδεύοντας στο χτες... θα συναντήσουμε πολλά παραδοσιακά επαγγέλματα, τα οποία στις μέρες με δεν υπάρχουν πια. Ένα από αυτά είναι ο γαλατάς που με τις φωνές και τις κινήσεις του γέμιζε μια άλλη καθημερινότητα στην οποία ήταν αναπόσπαστο κομμάτι! 

   Ο γαλατάς ήταν ο πρώτος πλανόδιος μικροπωλητής της ημέρας. Φόρτωνε τα γκιούμια με φρέσκο γάλα στο γαϊδουράκι και ξεκινούσε πρωί-πρωί απ' το χωριό του για την πόλη. Έπρεπε να προφτάσει να εξυπηρετήσει όλους τους πελάτες. Την ίδια πάντα ώρα, πιστός στο ραντεβού, έδενε σε κάποιο δέντρο το ζώο του και ξεκινούσε το μοίρασμα. 

  Έπαιρνε στο ένα χέρι το γκιούμι και στο άλλο τη μικρή κούπα, που ζύγιζε 1/2 της οκάς, και χτυπούσε τις πόρτες. Ήξεραν οι νοικοκυρές κι έβγαιναν με την μακιρένια κανάτα ή την κατσαρόλα στο χέρι. Μερικές πάλι, για να μη σηκωθούν απ' το κρεβάτι, άφηναν στην εξώπορτα το κατσαρολάκι για να το γεμίσει ο γαλατάς. Το γέμιζε αυτός και έβαζε μια πέτρα από πάνω για να μην αναποδογυρίσει το σκεύος καμιά γάτα. 


  Είχε, συνήθως, μόνιμους πελάτες... αν, όμως, τύχαινε και του περίσσευε γάλα, τότε έπαιρνε τους δρόμους φωνάζοντας: " Ο γαλατάς! Φρέσκο, άπαχο γάλα!" μέχρι να το πουλήσει όλο και να γυρίσει στο χωριό του.    

  Στην επαρχία τότε είχαν πολλή κτηνοτροφία. Αγελάδες, πρόβατα, κατσίκες... Άρμεγαν Ανάρμεγα πρωί και βράδυ, κρατούσαν όσο γάλα χρειάζονταν για να το κάνουν τυρί ή γιαούρτι και το υπόλοιπο το πουλούσαν. Ο κόσμος στην πόλη το αγόραζε, επειδή ήταν φρέσκο και άπαχο. Δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που πίνουμε σήμερα! 

  Μέχρι τη δεκαετία του '70 περνούσαν ακόμη γαλατάδες απ' τις γειτονιές. Με τη λειτουργία, όμως, των εργοστασίων γάλακτος χάθηκαν. 

Πηγή: ''Παραδοσιακά επαγγέλματα, ταξίδι στο χτες'', Μαλλιάρης παιδεία 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Blogging tips