Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παιδιά Διαβάζουν Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παιδιά Διαβάζουν Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Πορεία προς το μέτωπο

Το κείμενο είναι το Πρώτο Ανάγνωσμα του έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον εστί». Η ποιητική αυτή σύνθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1959. Διαιρείται σε τρία μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Το Δοξαστικόν». 

Το Πρώτο Ανάγνωσμα ανήκει στη δεύτερη ενότητα της συλλογής «Άξιον εστί», που τιτλοφορείται «Τα Πάθη». Είναι γραμμένο σε πεζό λόγο - όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα πέντε Αναγνώσματα που υπάρχουν στο «Άξιον εστί».

Αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, που έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στα βουνά της Αλβανίας.


Το κείμενο αρχίζει με τη διαταγή που έλαβε ένα στρατιωτικό σώμα στις 7 Ιανουαρίου 1941 να κατευθυνθεί προς τη γραμμή Χειμάρρας - Τεπελενίου. Μετά από δώδεκα μέρες ξεκούρασης μακριά από την πρώτη γραμμή, οι στρατιώτες έπρεπε τώρα να πορευτούν πάλι προς το μέτωπο, για να ενισχύσουν τους Αρτινούς. 

Έτσι αρχίζει η δύσκολη και απάνθρωπη πορεία των Ελλήνων στρατιωτών. Προχωρούν ασταμάτητα μέσα στη λάσπη, ενώ οι αντίξοες καιρικές συνθήκες με τα κρύα και τις βροχές, η πείνα, οι ψείρες και οι κακουχίες τους ταλαιπωρούν αφάνταστα. 

Τις λιγοστές φορές που έκαναν στάση για να ξεκουραστούν, παρέμεναν σιωπηλοί, ενώ μοναδική έγνοια τους ήταν να μοιραστούν μια-μια τις σταφίδες. Η πορεία τους γίνεται μόνο το βράδυ, διότι την ημέρα υπάρχει κίνδυνος να τους αντιληφθούν τ’ αεροπλάνα των εχθρών. 

Η ταλαιπωρία και η στέρηση δεν αργεί να κάνει τους στρατιώτες να μην αναγνωρίζουν πια ούτε τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Μόνη παρηγοριά τους είναι η θύμηση του ένδοξου παρελθόντος των Ελλήνων. Νιώθουν ότι ενώνονται με τους πρόγονούς τους ήρωες και αγωνιστές, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί σε παλαιότερες εποχές εναντίον άλλων κατακτητών.

Φθάνοντας κοντά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, ο θόρυβος των όπλων και των κανονιών ακούγεται ολοένα και δυνατότερος. Το θέαμα που αντικρίζουν οι στρατιώτες στη διαδρομή είναι φοβερό. Τραυματίες και ετοιμοθάνατοι μεταφέρονται από το μέτωπο πάνω σε φορεία, ενώ οι νοσοκόμοι διηγούνται ανατριχιαστικές ιστορίες για την πρώτη γραμμή. Κάπου-κάπου συναντούν και κάποιους αιχμαλώτους που μυρίζουν κρασί. Οι γεμάτες με κονσέρβες και σοκολάτες τσέπες τους κάνουν ακόμη μεγαλύτερη την πείνα των Ελλήνων στρατιωτών. 

Η πρώτη γραμμή του πολέμου βρίσκεται πλέον κοντά, καθώς το δηλώνουν οι καπνοί και οι φωτοβολίδες στον ουρανό. 


Ας το ακούσουμε σε απαγγελία Μάνου Κατράκη!




Πιθανές άγνωστες λέξεις:

  • σκόλες = αργίες
  • αχός = ήχος
  • αχολόι = σύνολο συγκεχυμένων ήχων
  • καταβουλιάζω = βουλιάζω πολύ βαθιά
  • ανυπόφερτο = ανυπόφορο
  • ζα = ζώα
  • πριχού = προτού
  • ξινάρια = είδος μικρών αξίνων
  • σιδερικά = όπλα
  • βλοσυρός = άγριος, τρομακτικός
  • αγκομαχώ = λαχανιάζω
  • αντάρα = κακοκαιρία
  • απαντώ = συναντώ
  • μουσούνισμα = ξεφύσημα με κλειστό στόμα

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Ανάθεμα την ώρα

Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό

Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγάνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται

Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.

Επιλογή από τον: Σωτήρη Κ.




Φύγανε τα πουλιά γι' αλλού

Φύγανε τα πουλιά γι' αλλού
μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ' αποσώσω δεν μπορώ.

Όνειρα που 'κανα κρυφά
για τα παιδιά που ανάθρεφα,
ποιος το 'λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.



Επιλογή από την : Ασημίνα Ντ.



Κλίμα της απουσίας

Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση

Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα

Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει

Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

Επιλογή από τους: Κατερίνα Αλ.- Μπάμπης Αρ.

Εμβατήριο για λεηλασίες

Γιατί τα παλικάρια μας κι οι κόρες μας γιατί,
πια δεν γνωρίζουνε αίμα και δάκρυα τι θα πει.
Γιατί το μόνο αίμα να 'ναι απ' τα σφαχτάρια,
γιατί τα μόνα δάκρυα που λάμπουν το πρωί
να ΄ναι η βροχή που ανθίζει την ελιά πάνω στη γη με ορμή.

Ο βασιλιάς καινούργιες χώρες θα κατακτήσει
και τη φελλάδα των φτωχών κι αυτήν θα την ζητήσει
Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί
πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί.

Επιλογή από: Ειρήνη Β.

Του Αιγαίου

Ο ερωτας.
Το αρχιπελαγος
Κι η πρωρα των αφρων του
Κι οι γλαροι των ονειρων του
Στο πιο ψηλο καταρτι του ο ναυτης ανεμιζει
Ενα τραγουδι

Ο ερωτας
Το τραγουδι του
Κι οι οριζοντες του ταξιδιου του
Κι η ηχω της νοσταλγιας του
Στον πιο βρεμενο βραχο της η αρραβωνιαστικια προσμενει
Ενα καραβι

Ο ερωτας
Το καραβι του
Κι η αμεριμνησια των μελτεμιων του
Κι ο φλοκος της ελπιδας του
Στον πιο ελαφρο κυματισμο του ενα νησι λικνιζει
Τον ερχομο.

Παιχνιδια τα νερα
Στα σκιερα περασματα
Λενε με τα φιλια τους την αυγη
Που αρχιζει
Οριζοντας-

Και τ'αγριοπεριστερα ηχο
Δονουνε στη σπηλια τους
Ξυπνημα γαλανο μεσ'στην πηγη
Της μερας
Ηλιος-

Δινει ο μαϊστρος το πανι
Στη θαλασσα
Τα χαδια των μαλλιων
Στην ξεγνοισια του ονειρου του
Δροσια-

Κυμα στο φως
Ξαναγενναει τα ματια
Οπου η Ζωη αρμενιζει προς
Τ'αγναντεμα
Ζωη-

Επιλογή από την: Ελένη Σ.


Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά

Μ΄ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε
Σ΄ ενός περάσματος αέρα
ξεγνέθοντας απόκοσμη φωνή τ΄ αυτιά μου
φχιά
φχιού φχιού
εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα
Τι γυαλόπετρες φούχτες
τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά φουσκωτά όπου
άκουγες ββββ να σου βροντάει ο αιχμάλωτος αέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου
Παραλαλούσα κι έτρεχα
Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ΄ τη γλώσσα

-Ε καβάκια μαύρα, φώναζα, κι εσείς γαλάζια δέντρα τι ξέρετε από μένα;
-Θόη θόη θμος
- Ε; Τι;
- Αρίηω ηθύμως θμος
- Δεν άκουσα τι πράγμα;
- Θμος θμος άδυσος

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα΄ να μ΄ έλεγαν τρελό
πως από ΄να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Επιλογή από τον: Γιάννη Κ.

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

Επιλογή από τον: Μιχάλη Αξ.

Ὁ μικρὸς Ναυτίλος




Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.

Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.

μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.

Επιλογή από τον : Νίκο Μ.

Σώμα του καλοκαιριού

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες.
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος,
τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους,
της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά-σιγά
και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα;
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του.
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του.
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε :

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι.
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς,
μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς.
'Αχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες,
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας !

'Ερχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια.
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα.
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών.

Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος,
όπως μεσ' στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.


Επιλογή από τους: Δήμητρα Μ.-Γιώργος Π.-Παναγιώτης Ν.-Δημήτρης Β.




Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Ο Γλάρος

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωσε φύκια
και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονό μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι-δυο παραφυλάνε
σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις

Επιλογή από τους Δημήτρης Ρ.-Θοδωρής Σ.-Φωτεινή Σ.


Το χρυσό κλειδί

Εσείς του κόσμου οι σοφοί
για δώστε απάντηση σωστή.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;

Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.

Βρε κορίτσι, βρε κορίτσι
μια ζωή την έχουμε.
Άνοιξέ μας άνοιξέ μας
άλλο δεν αντέχουμε.

Μάγισσες ρίχτε χαρτιά
και μελετήστε τα καλά.
Ποιος έχει το χρυσό κλειδί
όπου ανοίγουν οι ουρανοί;

Ένα κορίτσι το ‘χει
κι όποιος κι αν το παρακαλεί,
όχι του λέει όχι.


Επιλογή από την Ειρήνη Λ.



Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ' τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ' αίματα!


Επιλογή από τη Ζωή Τ.


Το παράπονο

Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα

Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.



Επιλογή από την Παναγιώτα Μ.


Οδυσσέας Ελύτης




  Ο Οδυσσέας Ελύτης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Ο Ελύτης φοίτησε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1936 κατατάχτηκε στο στρατό. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων.
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.
Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού.
Το 1950 ξεκίνησε  τη σύνθεση του Άξιον Εστί το οποίο και ολοκλήρωσε το 1959. Είναι μία από τις κορυφαίες δημιουργίες με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο ορατόριο Άξιον Εστί.
Ποιητικά κείμενα του Ελύτη είναι : «Ήλιος ο πρώτος»(1943), «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»(1962), «Τα ρω του έρωτα»(1972). Δεκάδες ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη.
Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
   Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Η ποδηλάτισσα


Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που 'κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που 'χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που 'πεσε απ' το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.

Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που 'μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού 'ναι
πού 'ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ' τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ' έχασα
τ' αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της. 


Επιλογή από τον Κωνσταντίνο Κ.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Blogging tips